Στην εισήγηση αυτή θα εξετάσω συνοπτικά τη σχέση του δικαιώματος της ανυπακοής (θεσμοθετημένης και παράνομης) με τη συλλογική βούληση και τη δημόσια λογική, στο βαθμό που αυτές επιδρούν στη δυνατότητα διατήρησης της ηθικής αυτονομίας, μέσα στα φιλελεύθερα δημοκρατικά καθεστώτα. 
Όταν αναφερόμαστε στο δικαίωμα και την άσκηση του δικαιώματος ανυπακοής και αντίστασης κάνουμε συχνά τις εξής διακρίσεις: [α] Διαχωρίζουμε τις πράξεις ανυπακοής (ή αντίστασης) σε ολοκληρωτικά – τυραννικά ή κατοχικά καθεστώτα από τις αντίστοιχες πράξεις σε φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και τις αξιολογούμε ηθικά με διαφορετικά κριτήρια… (για παράδειγμα σε ένα κατοχικό καθεστώς το δικαίωμα της αντίστασης μπορεί να μεταλλαχθεί σε υποχρέωση) [β] στα δημοκρατικά καθεστώτα, συνηθίζουμε ν’ αποδίδουμε διαφορετικό αξιολογικό πρόσημο (θετικό – αρνητικό) στις πράξεις αντίστασης [i] που συνδέονται με τη βία ή την ένοπλη βία και [ii] σε κείνες που επιτελούνται μέσα στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου δικαιώματος ανυπακοής (πχ. δικαίωμα αποχής, απεργίας, πορείας διαμαρτυρίας κλπ) ή και εκτός πλαισίου, αλλά αφορούν προσωπικές επιλογές συνείδησης ή πεποίθησης (πχ. άρνηση στράτευσης) με προϋπολογισμένες νομικές συνέπειες.

 

Οι διακρίσεις αυτές αποδίδονται σε φαινομενικά «εύλογα» επιχειρήματα όπως για παράδειγμα [α] το «κοινό» περί δικαίου αίσθημα [β] η πεποίθηση ότι τα δημοκρατικά καθεστώτα εκφράζουν τη συλλογική βούληση και την δημόσια λογική, που οικοδομούν το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούμε, [γ] η φιλελεύθερη περί φυσικού δικαίου αντίληψη που εισηγείται ότι μόνο  στην άδικη και παράνομη χρήση βίας μπορούμε να αντιτάσσουμε εξ’ ίσου βία… κλπ (Δημητρακόπουλος, 2001 : 193).

  Τα «εύλογα» επιχειρήματα της βασισμένης στη συλλογική βούληση και δημόσια λογική διαφοράς μεταξύ τυραννικών καθεστώτων και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δεν είναι τόσο «εύλογα» αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτό που αποκαλούμε συλλογική βούληση στις σύγχρονες πολυπληθείς δημοκρατίες δεν είναι άλλο από μια «θεωρητική κατάσταση» που στην πραγματικότητα περιγράφει μια πλειοψηφική βούληση, μια βούληση και μια λογική των πολλών που συχνά αντιτίθεται σε επί μέρους «περιθωριακές», μειοψηφικές, μειονοτικές, ή «δογματικές λογικές» των λίγων. Ο όρος δηλαδή της διακυβέρνησης με κριτήριο το «δημόσιο» συμφέρον (που συχνά στις σύγχρονες δημοκρατίες δεν είναι πάντα δημόσιο…) απέχει σημαντικά από αυτό που θεωρητικά αποκαλούμε συλλογική, καθολική (ή καθολικοποιήσιμη) επιταγή. Εδώ έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά για μια «ηθική» ανομοιογένεια, κατά την οποία οι «ηθικές» επιλογές των πολλών ορίζουν θεσμοθετημένα, το πλαίσιο του κοινωνικού «δέοντος». Το πρόβλημα που γεννιέται από μια τέτοια διατύπωση, είναι κατά πόσο, στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, η ηθική εντέλει αυτοκαθορίζεται από την ελεύθερη βούληση των πολιτών ή ετεροκαθορίζεται από ποιότητες όπως ο νόμος ή η «δημόσια λογική». Και ενώ στην περίπτωση που αυτοκαθορίζεται θα ήταν παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι έχει το δικαίωμα να αντισταθεί στις επιταγές που οι αρχές που έχει ο ίδιος επιλέξει του ορίζουν (όπως υποστηρίζει ο Καντ), δεν ισχύει το ίδιο στη περίπτωση ετεροκαθορισμού των αρχών. Ο Καστοριάδης (2000 : 69) εύστοχα παρατηρεί ότι όλες οι κοινωνίες έζησαν και ζουν μέσα σε μια θεσμισμένη ετερονομία. Η ετερονομία αυτή μπορεί να εκφράζει τη συλλογική βούληση όταν και μόνον όταν, οι πολίτες έχουν συνειδητά αυτονομηθεί, δηλαδή έχουν παραδώσει στον εαυτό τους τούς νόμους τους (ο.π. : 71), τους νόμους όμως αυτούς, που έχουν οι ίδιοι καθορίσει και έχουν καθολική ισχύ. Η καθολικοποίηση αυτή, είναι το σημείο σύγκλισης ετερονομίας και αυτονομίας και η αυτονομία σε αυτή τη περίπτωση είναι αυτοπεριορισμός. Ένας θεμιτός αυτοπεριορισμός που χαρακτηρίζει την ουσία της δημοκρατίας στο μέτρο που εκφράζει τη συλλογική βούληση, αλλά τίθεται εν αμφιβόλλω  στο μέτρο που η δημοκρατία είναι κάθε άλλο παρά συμμετοχική και λειτουργεί υπό την επιρροή των κέντρων που ορίζουν και εκφράζουν τη «δημόσια λογική». Όπως εύστοχα σημειώνει ο Καστοριάδης (2000 : 124) αυτή η λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας, στην πραγματικότητα δεν διαφέρει από την «ολιγαρχία» αφού ο δημόσιος λόγος και η διαμόρφωση αυτού που ονομάζουμε κοινή γνώμη, γίνεται στην καλύτερη περίπτωση από 1/10.000 πολίτες, οι οποίοι εμπλέκονται με άμεσο τρόπο σε αυτό που αποκαλούμε πλέγμα εξουσίας.
  Ο Rawls (2000: 231) υπερασπίζεται την (σημερινού φιλελεύθερου τύπου) δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι οι βασικές ηθικές και πολιτικές αξίες που πρέπει να προσδιορίζουν τις σχέσεις κυβέρνησης – πολιτών και τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους, δηλαδή οι αξίες που διέπουν ολόκληρο το πλέγμα των σχέσεων εξουσίας και αμοιβαιότητας, προσδιορίζονται από την «ιδέα της δημόσιας λογικής».  Η ιδέα της δημόσιας λογικής, δεν συνάδει με τις απόλυτες αλήθειες και τις σκληροπυρηνικές θρησκευτικές, πολιτικές ή άλλες [ηθικές] ολοκληρωτικές θεωρίες, χωρίς να σημαίνει ότι αυτές δεν χωρούν ως προσωπικές [ή ομαδικές] απόψεις μέσα σε μια φιλελεύθερη δημοκρατική κοινωνία. Η δημόσια λογική έχει να κάνει [1] με την λογική  του κοινού, που έχει ως αντικείμενο το «κοινό καλό» και αφορά ζητήματα θεμελιώδους πολιτικής δικαιοσύνης, [2] τη λογική του δημοσίου διαλόγου, που αφορά την έκφραση της λογικής από πολιτικούς, δικαστές, νομοθέτες κλπ. και [3] τη λογική του πολιτισμικού υπόβαθρου που περιλαμβάνει την κουλτούρα των εκκλησιών, των εκπαιδευτικών θεσμών, των μέσων μαζικής επικοινωνίας κλπ.
  Η δημόσια αυτή λογική, διαφέρει και τοποθετείται πάνω από αυτό που ονομάζεται κοσμική λογική και κοσμικές αξίες. Η δημόσια λογική υπερασπίζεται τις πολιτικές αξίες οι οποίες διαφέρουν από τα ηθικά, θρησκευτικά και πολιτικά δόγματα. Σε μια δημόσια λογική, σύμφωνα με τον Rawls, επιτρέπεται η εισαγωγή ή η υποστήριξη κάθε «δόγματος», αρκεί να προβάλλονται οι δέουσες δημόσιες αιτιολογήσεις για την υποστήριξη των αρχών ή των πολιτικών που το δόγμα αυτό υποτίθεται ότι πρεσβεύει.
  Με τη δημόσια λογική ο Rawls, που δεν αφαιρεί ούτε καταργεί το δικαίωμα της αντίστασης ή της ανυπακοής, ουσιαστικά εντάσσει τις αριστερές ή άλλες «μειονοτικές» ιδεολογίες σε αυτά τα «δόγματα» που πρεσβεύουν «απόλυτες» αλήθειες και που βρίσκονται ιεραρχικά «κάτω» από την ιδανική ιδέα της «δημόσιας λογικής». Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου με την δημόσια λογική του Rawls, είναι ότι η λογική λίγων (των opinion leaders) που με καθοδήγηση υιοθετείται και γίνεται λογική των πολλών (μιας πλειοψηφίας που ευνοεί τη συντήρηση) θα υπερισχύσει ως «δημόσια λογική» εις βάρος της «λογικής» των μειονοτήτων, και το σημαντικό είναι ότι αυτό δεν θα γίνει με καταναγκαστικά μέτρα αλλά με δημοκρατικά μέσα και όρους που θεωρούνται θεμελιωδώς δίκαιοι.  Την άποψη αυτή μπορεί να στηρίξει κανείς με την θεωρία της «σπειροειδούς γραμμής της σιωπής» όπως ονομάστηκε, που αποδίδει ψυχολογικά αίτια στην ομογενοποίηση των πεποιθήσεων του κοινού.   

Όπως παραθέτει ο Mac Quail (1997 : 546- 548) εν συντομία, η Noelle- Neumann σε εκτεταμένη μελέτη της από το 1974 μέχρι το 1991, κατέδειξε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι για να αποφύγουν την απομόνωση στα δημόσια ζητήματα, καθοδηγούνται από αυτό που νομίζουν ότι είναι οι κυρίαρχες ή αποδυναμωμένες απόψεις στο περιβάλλον τους. Οι άνθρωποι τείνουν να αποκρύπτουν τις απόψεις τους όταν ανήκουν στην μειοψηφία, φοβούμενοι την απομόνωση. Αντίθετα είναι πιο πρόθυμοι να εκφράσουν τη γνώμη τους όταν ανήκουν στην ομάδα των κυριάρχων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι απόψεις που γίνονται αντιληπτές ως κυρίαρχες κερδίζουν περισσότερο έδαφος και οι εναλλακτικές υποχωρούν ακόμα περισσότερο. 

Το φαινόμενο παρουσιάζεται σε  γραφική παράσταση με τη μορφή σπείρας όπου ξεκινάει από τη βάση του διαγράμματος και αναπτύσσεται διευρυνόμενη, ως η γραμμή των ανθρώπων που δεν εκφράζουν ανοιχτά τη γνώμη τους αλλά τη μεταβάλλουν με αυτήν της επικρατούσας άποψης.
Η ορμική τάση της σιωπής των λίγων  λειτουργεί προς όφελος της κυρίαρχης γνώμης των πολλών που επιβάλλουν τη δημόσια λογική αλλά και αυτό που ο Chomsky (1996) ονομάζει «κατασκευή συναίνεσης».
 

Όπως θα περίμενε κανείς, ενώ η τρομοκρατία καταδικάζεται και η βίαιη αντίσταση, απουσιάζει από το λεξιλόγιο του John Rawls, ο ίδιος υποστηρίζει τη θεσμοθετημένη, ή μη βίαιη ανυπακοή ως έκφραση της «δογματικής» ηθικής που μπορεί να προσβάλλει η «δημόσια λογική». Το ερώτημα είναι αν η αντίσταση των λίγων μπορεί να αφυπνίσει όσους συντηρούν και αναπαράγουν εκούσια ή ακούσια τη δημόσια αυτή λογική. Κατά τη γνώμη μου η θεσμοθετημένη ανυπακοή, όπως τη βιώνουμε μέσα στα φιλελεύθερα καθεστώτα, δεν είναι τίποτε άλλο από μια «βαλβίδα εκτόνωσης» της κοινωνικής πίεσης, κατά την λειτουργία της οποίας δεν γίνεται τίποτε άλλο από το να διαπραγματεύονται μικρές «κατακτήσεις» που προσωρινά αυξάνουν την κοινωνική ανοχή, αλλά στην ουσία συντηρούν την βιωσιμότητα του ίδιου του συστήματος (δράσεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτουργούν ως βαλβίδες εκτόνωσης είναι οι πορείες διαμαρτυρίας, το δικαίωμα της απεργίας, οι στάσεις εργασίας, οι ήπιες ακτιβιστικές  δράσεις κ.α). Κι ενώ βλέπουμε το δικαίωμα της ανυπακοής, από τον Lock μέχρι τον Rawls, να αποτελεί θεσμοθετημένο (έστω και ως βαλβίδα εκτόνωσης) δικαίωμα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, έχουμε την μεταγραφή του σε «καθήκον» από την Ευρωπαϊκή Αριστερά (η προσταγή για ανυπακοή αποτελούσε κεντρικό σύνθημα του ΚΚΕ στις εκλογές του 2004). Η σύγχρονη αριστερά εννοεί την ανυπακοή ως υποχρέωση για «παράβαση των νόμων, που πραγματοποιείται στο όνομα ηθικών αξιών, οι οποίες βρίσκονται πάνω από τους νόμους. Έτσι, η ανυπακοή αποτελεί πράξη κάθαρσης με την αρχαιοελληνική έννοια, με αρχετυπική μορφή αυτή της Αντιγόνης. Το πόσο δημοκρατική είναι μια αστική δημοκρατία, εξαρτάται από την άσκηση του δικαιώματος της αντίστασης στην καταπίεση και τις αυθαιρεσίες του κρατικού μηχανισμού…» (Ιωακείμογλου, 2002). 
Η αριστερή αυτή θέση προσβλέπει στην αλλαγή του συστήματος. Προσβλέπει στην δημιουργία μιας άλλης κατάστασης που ο κρατικός μηχανισμός και οι νόμοι του δεν θα καταπιέζουν και δεν θα αυθαιρετούν. Η θέση όμως αυτή θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων σε μια άλλου τύπου εξουσία. Η αναζήτηση «παραδοσιακών» δικαιωμάτων ή αξιών και η αναγωγή σε αρχετυπικές μορφές, στην Αντιγόνη για την αντίσταση σήμερα, στον Προμηθέα παλιότερα για την υποστήριξη της προοδευτικής θεώρηση της συνεχούς βελτίωσης των συνθηκών της ζωής (Rougier, 1969 : 17), ή στον Οδυσσέα για την υποστήριξη της υπεροχής του ανθρώπου έναντι στη φύση, φανερώνει την  ροπή της διανόησης να καταφεύγει σε μύθους. Το πρόβλημα αυτό ακριβώς έχουν εντοπίσει οι Horkheimer και Adorno καθώς και ο Habermas που θεωρούν ότι οι πρωταρχικοί μύθοι από τους οποίους κατευθύνεται η διανόηση, όταν εκφρασμένοι μέσα από ένα κυρίαρχο ρεύμα γίνουν καθεστώς και ξεπεραστούν (διότι ενδεχομένως μετατράπηκε το όραμα σε εφιάλτη) τότε μεταγράφονται, μετενδύονται, γίνονται νέο όραμα ή νέα «αλήθεια», ξανακυριαρχούν και ξαναγίνονται μηχανισμός καταπίεσης του ανθρώπου. «Οι Horkheimer και Adorno, επιχειρούν να καταδείξουν ότι η ορθολογική ερμηνεία του κόσμου, αποτελεί στην πραγματικότητα μεταγραφή μυθικών πίστεων, που δεν οδηγούν σε νέες εννοιολογικές συλλήψεις, αλλά στη μεταγραφή των παλαιών αντιλήψεων με νέες λέξεις.» (Χρόνης, 1997 : 130 – 132).
  Με απλά λόγια το όραμα της σημερινής αριστεράς ή είναι προβληματικό επειδή οραματίζεται μια νέα κατάσταση χτισμένη πάνω σε παλιούς μύθους, ή αποτελεί τμήμα της φιλελεύθερης συντήρησης αφού με την θεσμοθετημένη αντίσταση δεν κάνει τίποτε άλλο από να ενεργοποιεί τις βαλβίδες εκτόνωσης που στην ουσία διαφυλάσσουν το σύστημα προσφέροντας σε όσους αντιστέκονται μικρές κατακτήσεις που υποτίθεται ότι δικαιώνουν τον αγώνα τους αλλά στην πραγματικότητα τους αφομοιώνουν στο ίδιο το σύστημα. Την αφομοίωση των αντιστασιακών στο σύστημα, παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο ο γάλλος αντιστασιακός και φιλόσοφος Jean Paulhan (2003), με την επιστολή του στους ηγέτες της αντίστασης του ’40. Για τον Paulhan η πράξη ανυπακοής και αντίστασης πηγάζει από τις επιταγές τις συνείδησης του καθενός μας και μόνον σ’ αυτή λογοδοτεί. Δεν είναι πολιτικό καθήκον… Αν λοιπόν η ομογενοποίηση μιας λογικά ετεροκαθορισμένης ηθικής που βρίσκεται πάνω από την ελεύθερη βούληση και τις ατομικές  επιλογές των αρχών, μοιάζει εφιαλτική ή έστω άδικη, κι αν το καθήκον για αντίσταση που υποδεικνύει η σύγχρονη αριστερά, φαντάζει ουτοπικό ή απλώς συντηρεί την βαλβίδα εκτόνωσης χάριν της συντήρησης του φιλελεύθερου συστήματος, τότε είναι επιτακτική η ανάδειξη ενός νέου οράματος παράλληλα με τον επανακαθορισμό του δικαιώματος στην ανυπακοή.
  Ο Antonio Negri (2002 : 538), ηγετικό στέλεχος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στο πρόσφατο έργο του «Αυτοκρατορία», αναζητά την κρυμμένη δυναμική του πλήθους, του λαού,  στον τρίτο όρο του αναγεννησιακού ανθρωπισμού που κακοποιήθηκε από τον διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα. Το POSSE, δηλαδή το ΔΥΝΑΣΘΑΙ που αναδεικνύει τι μπορεί να καταφέρει το σώμα και ο νους του ανθρώπου θεωρεί ότι μπορεί να δώσει στην «οργάνωση» του λαού, την έννοια του πολιτικού «υποκειμένου» και να εκφράσει την πολιτική του αυτοοργάνωση.  Προτείνει αντί της ανυπακοής και της αντίστασης που συντηρούν τις εξουσιαστικές σχέσεις, την ενεργητική μαχητικότητα με δημιουργικό τρόπο προβάλλοντας τις αξίες αλλά και τις χαρές της ζωής. 
Χωρίς να είναι ιδιαίτερα σαφής ο Negri, δίνει μια νέα διάσταση στη δυναμική του πλήθους,  που εξακολουθεί να βλέπει όμως ως υποκείμενο, και  από το οποίο λείπει [και αυτό είναι το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου] ένα εντελώς νέο όραμα που θα το οδηγήσει στη «δημιουργική» δράση…   Στο πνεύμα της «δράσης» είναι και η πρόταση του Καστοριάδη (2000 : 145), που επικαλείται ό,τι ο Σοφοκλής περιγράφει στην Αντιγόνη ως «αστυνόμος οργά», δηλαδή ο θεσμιστικός οργασμός, το «πάθος για τα κοινά». Χωρίς πάθος για τα κοινά, χωρίς δημιουργική  συμμετοχή, και εφησυχασμένοι στη πλάνη των κατακτήσεων που προσφέρουν μέσα από τη θεσμοθετημένη ανυπακοή οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, η σπειροειδής γραμμή της σιωπής θα συνεχίζει τη σπειροειδή της πορεία, τόσο υπέρ της συναίνεσης όσο και κατά της ηθικής αυτονομίας. _ 
 
Βιβλιογραφία  

Chomsky, N., Achbar, Μ. (1996). Κατασκευάζοντας Συναίνεση: Ο Τσόμσκυ και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.

Hardt M., Negri A. (2002). Η Αυτοκρατορία. Αθήνα: Scripta.

Horkheimer – Adorno, «η Διαλεκτική του Διαφωτισμού»

Habermas J, “Die Verschlingung von Mythos und Aufklärung” Marcuse, H. (1985). Το τέλος της Ουτοπίας. Αθήνα: Ύψιλον.

Paulhan, J. (2003). Επιστολή στους Ηγέτες της Αντίστασης. Αθήνα

Astra Rawls, J. (2002). Το Δίκαιο των Λαών και Η ιδέα της Δημόσιας Λογικής Αναθεωρημένη. Αθήνα : Εκδόσεις Ποιότητα.

Rougier, L. (1969). Le genie de l’ Occident. Paris: Laffont.

Δημητρακόπουλος, Μ. (2001). Το Φιλοσοφικό Κίνημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ιωακείμογλου, Η. (2002). Αριστερή Τρομοκρατία – Δημοκρατία και Κράτος. Αθήνα : Πατάκης.

Καστοριάδης, Κ. (2000). Οι ομιλίες στην Ελλάδα. Αθήνα: Ύψιλον.

Ντένις Μακ Κουέϊλ, Σβεν Βιντάλ, (1997). Εισαγωγή στη Θεωρία της Μαζικής Επικοινωνίας. Αθήνα:  Εκδόσεις Καστανιώτη.

Πελεγρίνης Θ. (2004). Λεξικό Φιλοσοφίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα Σοφοκλής: «Αντιγόνη»

Χρόνης, Ν. (1997). Η Κριτική Θεωρία. Αθήνα:  Καρδαμίτσας. 

ΠΗΓΗ